αντιφεγγίζω


αντιφεγγίζω
αντιφεγγίζω, αντιφέγγισα βλ. πίν. 33

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντιφεγγίζω — και αντιφέγγω, ισα, αντανακλώ, αντιλάμπω: Τα νερά αντιφέγγιζαν το φως του φεγγαριού που μεσουρανούσε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντιλάμπω — (AM ἀντιλάμπω) ανακλώ τη λάμψη, αντιφεγγίζω αρχ. μσν. συναγωνίζομαι στη λάμψη με κάποιον αρχ. 1. ρίχνω το φως μου στο πρόσωπο κάποιου 2. θαμπώνω, ζαλίζω κάποιον 3. κάνω σήματα, αναγγέλλω κάτι με πυρσούς …   Dictionary of Greek

  • αντιφέγγισμα — το ανταύγεια, φεγγοβολιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντιφεγγίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στον Ιάκωβο Πολυλά] …   Dictionary of Greek